Ποιοι είναι οι κίνδυνοι και ποιες οι άμυνες για τις επιχειρήσεις

Ο Γιώργος Ηλιόπουλος, Director, ESG & Sustainability Services, KPMG στην Ελλάδα, μιλά στο Ethica για περιβαλλοντικούς κινδύνους και μέτρα προσαρμογής.

Ο Γιώργος Ηλιόπουλος, Director, ESG & Sustainability Services, KPMG στην Ελλάδα, μιλά...

Αν και η κλιματική αλλαγή αναγνωρίζεται από τους επιστήμονες ως ένας από τους σημαντικότερους κινδύνους που αντιμετωπίζει η κοινωνία και η οικονομία διεθνώς, οι επιχειρήσεις στην πλειοψηφία τους δεν έχουν ακόμα αναλάβει τις απαραίτητες δράσεις αντιμετώπισης και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. Αυτό διαπιστώνει ο Γιώργος Ηλιόπουλος, Director, ESG & Sustainability Services, KPMG, που μιλά στο Ethica για τη σύνδεση μεταξύ των φυσικών κινδύνων και των οικονομικών επιπτώσεων στις επιχειρήσεις και την οικονομία και για τους περιβαλλοντικούς κινδύνους που οι επιχειρήσεις καλούνται να αξιολογήσουν προκειμένου να αμυνθούν και να προσαρμοστούν. Όπως τονίζει, οι κίνδυνοι αυτοί, που αποτελούν όλο και πιο σοβαρό ζήτημα στην περιοχή της Μεσογείου, αφορούν την Ελλάδα λόγω της γεωγραφικής θέσης της και της ιδιαίτερης τοπογραφίας και μορφολογίας της, που την καθιστούν τρωτή και ευάλωτη στην εκδήλωση φυσικών καταστροφών με δυνητικές επιπτώσεις σε κλάδους με ειδικό βάρος για την οικονομία, όπως π.χ. ο τουρισμός. Διαπιστώνει πως ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις το τελευταίο διάστημα έχουν προχωρήσει στην αναγνώριση και αξιολόγηση των κινδύνων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και μας εξηγεί πώς Ευρωπαϊκές Οδηγίες και Πρότυπα, μέσω της υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, διαμορφώνουν ένα νέο πλαίσιο διαφάνειας και ευθύνης για τις επιχειρήσεις, αναδεικνύοντας μεταξύ άλλων, τη σημασία της αντιμετώπισης των κινδύνων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή.
 

Πώς διακρίνονται οι εξωτερικοί φυσικοί κίνδυνοι για τις επιχειρήσεις στο τρέχον μεταβαλλόμενο περιβάλλον; Ποιος ο ρόλος της κλιματικής αλλαγής; 

Οι επιχειρήσεις σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα διπλό φάσμα φυσικών κινδύνων. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν οι άμεσοι κίνδυνοι, όπως πλημμύρες, πυρκαγιές και σεισμοί, που μπορούν να προκαλέσουν αιφνίδιες και σοβαρές διακοπές στη λειτουργία. Η Ελλάδα το βιώνει έντονα τα τελευταία χρόνια, καθώς για παράδειγμα το 2023 οι πυρκαγιές κατέκαψαν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα, ενώ οι πλημμύρες στη Θεσσαλία προκάλεσαν ζημιές άνω των 2 δισ. ευρώ, με σημαντικό πλήγμα στον αγροτικό τομέα και τις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Από την άλλη, οι χρόνιοι κίνδυνοι, που εξελίσσονται σταδιακά, αποτελούν εξίσου σοβαρή απειλή. Σύμφωνα με μελέτες, η κλιματική αλλαγή έχει αυξήσει τη μέση θερμοκρασία στην Ελλάδα κατά περίπου 1,5°C από τα μέσα του 20ού αιώνα, οδηγώντας σε συχνότερους καύσωνες και υψηλότερο ενεργειακό κόστος για τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, οι μεταβολές στη διαθεσιμότητα νερού επιβαρύνουν τη γεωργία και τη βιομηχανία, ενώ οι υποδομές φθείρονται ταχύτερα λόγω της συνεχούς καταπόνησης από ακραίες συνθήκες.

Οι επιπτώσεις αυτών των κινδύνων είναι πολλαπλές: μείωση παραγωγικότητας, αύξηση κόστους, ανατιμήσεις προϊόντων και ενίσχυση αβεβαιότητας στις αγορές. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η έγκαιρη αναγνώριση των κινδύνων και ο στρατηγικός σχεδιασμός προσαρμογής δεν αποτελούν μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά θεμελιώδη προϋπόθεση για την επιχειρηματική ανθεκτικότητα και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας. 
 

Εστιάζοντας στους φυσικούς κινδύνους, οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι επαρκώς προετοιμασμένες; 

Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας και οι κλιματικές συνθήκες της καθιστούν τη χώρα μας ιδιαίτερα ευάλωτη σε φυσικές καταστροφές, όπως σεισμοί, πλημμύρες και πυρκαγιές. Σε αυτό το πλαίσιο, η προετοιμασία των ελληνικών επιχειρήσεων παραμένει ένα θέμα με αρκετές προκλήσεις. Αν και η κλιματική αλλαγή αναγνωρίζεται από τους επιστήμονες ως ένας από τους σημαντικότερους κινδύνους που αντιμετωπίζει η κοινωνία και η οικονομία διεθνώς, για μια σειρά από λόγους οι επιχειρήσεις στην πλειοψηφία τους δεν έχουν ακόμα αναλάβει τις απαραίτητες δράσεις αντιμετώπισης και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.

Όπως διαπιστώσαμε πρόσφατα και από τις καταστροφικές πλημμύρες που έπληξαν αρκετές περιοχές στην κεντρική Ελλάδα, η προετοιμασία για την αντιμετώπιση έναντι των φυσικών κινδύνων παραμένει ένα ζητούμενο για τη χώρα μας ευρύτερα, αλλά και για τις επιχειρήσεις ειδικότερα. Η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) επισημαίνει πως η αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων, οφείλεται στη συσσώρευση αερίων του θερμοκηπίου και την εντατικοποίηση του υδρολογικού κύκλου, λόγω της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας της επιφάνειας της Γης. Αυτή η αυξανόμενη συχνότητα εμφάνισης των ακραίων καιρικών φαινομένων με παράλληλα μεγαλύτερη ένταση, καθιστούν σαφές πως εισερχόμαστε σε ένα νέο τοπίο περιβαλλοντικών κινδύνων που οι επιχειρήσεις καλούνται να αξιολογήσουν προκειμένου να αμυνθούν και να προσαρμοστούν. Οι κίνδυνοι αυτοί αποτελούν όλο και πιο σοβαρό ζήτημα στην περιοχή της Μεσογείου και της Ελλάδας, τόσο λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας μας, όσο και της ιδιαίτερης τοπογραφίας και μορφολογίας της. Αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα την καθιστούν πλέον τρωτή και ευάλωτη στην εκδήλωση φυσικών καταστροφών συμπεριλαμβανομένων των σεισμών, όπως διαπιστώνουμε τους τελευταίους μήνες με την έντονη σεισμική δραστηριότητα που παρατηρείται σε κάποιες περιοχές, με τις επιπτώσεις να αναμένονται εντονότερες σε ορισμένους κλάδους όπως ο τουρισμός, ο οποίος δεδομένης της σημασίας του για τη χώρα, με τη σειρά του μπορεί να επηρεάσει τα έσοδα από την τουριστική σεζόν σε εθνικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται ξεκάθαρη η σύνδεση μεταξύ των φυσικών κινδύνων και των οικονομικών επιπτώσεων στις επιχειρήσεις και την οικονομία ευρύτερα και αναδεικνύεται η ανάγκη για λήψη άμεσων μέτρων προσαρμογής. Ωστόσο, θα πρέπει να αναφέρουμε πως ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις το τελευταίο διάστημα έχουν προχωρήσει στην αναγνώριση και αξιολόγηση των κινδύνων που σχετίζονται συγκεκριμένα με την κλιματική αλλαγή και ενδέχεται να επηρεάσουν τη λειτουργία τους, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Σε τι βαθμό οι ευρωπαϊκές οδηγίες, όπως π.χ. η CSRD, δίνουν κατευθύνσεις για την προσέγγιση φυσικών κινδύνων όπως η κλιματική αλλαγή;

Η Ευρωπαϊκή Οδηγία CSRD (Corporate Sustainability Reporting Directive), μέσω της οποίας γίνεται υποχρεωτική η υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από ορισμένες επιχειρήσεις, διαμορφώνει ένα νέο πλαίσιο διαφάνειας και ευθύνης για τις επιχειρήσεις, αναδεικνύοντας μεταξύ άλλων τη σημασία της αντιμετώπισης των κινδύνων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή.

Ειδικότερα, μέσω της CSRD, καλούνται οι επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας, μεταξύ άλλων, να αναγνωρίσουν και να αξιολογήσουν τους κινδύνους που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, να αναφέρουν τις δράσεις για την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων, καθώς επίσης και τους στόχους τους για την αντιμετώπισή της. Επιπρόσθετα, καλούνται να υπολογίσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που προκύπτουν από τη λειτουργία τους, αλλά και κατά πόσο έχουν συνδεθεί οι στόχοι των μελών του ανώτατου φορέα διακυβέρνησης (π.χ. Διοικητικό Συμβούλιο) με τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης της εταιρείας και κατ’ επέκταση και των στόχων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή.

Συνεπώς, μέσω της CSRD, ενισχύεται η διαφάνεια και η συνεχής βελτίωση των πρακτικών διαχείρισης κινδύνων, καθώς και η εναρμόνιση των επιχειρηματικών στρατηγικών με τους ευρωπαϊκούς στόχους για την προστασία του περιβάλλοντος. Ωστόσο, το τελευταίο διάστημα η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει την εφαρμογή μιας δέσμης μέτρων μέσω των οποίων αποσκοπεί στην απλοποίηση των απαιτήσεων της CSRD και άλλων Οδηγιών που συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, με σκοπό τη διευκόλυνση των υπόχρεων επιχειρήσεων για την εφαρμογή τους.

Ποιες υποχρεώσεις θεσπίζει η Οδηγία CSRD και πώς η υιοθέτησή της συνδέεται με τους στόχους της ΕΕ για βιώσιμη ανάπτυξη και οικοδόμηση ανθεκτικότητας;

Η Οδηγία CSRD επιβάλλει στις επιχειρήσεις να αναπτύξουν εκτενείς μηχανισμούς αναφοράς (reporting) που καλύπτουν θέματα περιβαλλοντικά, κοινωνικά και διακυβέρνησης (ESG), καθώς και να αξιολογούν τους κινδύνους που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και άλλα περιβαλλοντικά θέματα. Επίσης, στις υποχρεώσεις αυτές περιλαμβάνεται η αναλυτική καταγραφή των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, η παρουσίαση ενός σχεδίου απανθρακοποίησης και η εφαρμογή μέτρων αντιμετώπισης έναντι των κινδύνων που σχετίζονται με το κλίμα. Ένα ακόμα σημαντικό εργαλείο στρατηγικής είναι η Αξιολόγηση Διπλής Σημαντικότητας (DMA) μέσω της οποίας οι επιχειρήσεις καλούνται να αναγνωρίσουν, να αξιολογήσουν και να αντιμετωπίσουν τόσο τις κυριότερες επιδράσεις (impacts) που ασκούν στο κλίμα και τη βιωσιμότητα συνολικά, όσο και τους σημαντικότερους κινδύνους και ευκαιρίες αντίστοιχα. Η υιοθέτηση αυτών των υποχρεώσεων συνδέεται άμεσα με τους ευρωπαϊκούς στόχους για τη βιώσιμη ανάπτυξη, οι οποίοι περιλαμβάνουν τη μείωση των εκπομπών κατά 55% έως το 2030 και την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας μέχρι το 2050.

Οι απαιτήσεις της CSRD συμβάλλουν στη δημιουργία ενός πλαισίου διαφάνειας και σύγκρισης, το οποίο διευκολύνει τους επενδυτές και τους ενδιαφερόμενους φορείς να αξιολογήσουν την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων απέναντι σε κλιματικούς και άλλους κινδύνους που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα. Με αυτόν τον τρόπο, η Οδηγία επιδιώκει την ενίσχυση της προστασίας του περιβάλλοντος, την επιτάχυνση της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής αλλά και την οικοδόμηση ανθεκτικότητας έναντι των επιπτώσεων από την κλιματική αλλαγή μέσω της αντιμετώπισης των σχετικών κινδύνων.

Δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε το ασταθές διεθνές περιβάλλον και τις νέες προκλήσεις που αναδύονται, όπως οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες και ο εμπορικός πόλεμος μετά και την αλλαγή ηγεσίας στις ΗΠΑ. Υπό αυτές τις συνθήκες πόσο πρόθυμες είναι οι επιχειρήσεις να πειθαρχήσουν σε νέα κανονιστικά πλαίσια;

Η Ευρώπη αποτελεί αναμφισβήτητα έναν παγκόσμιο ηγέτη σε ό,τι έχει να κάνει με θέματα βιωσιμότητας και καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής. Το τελευταίο διάστημα έχει ξεκινήσει ένας διάλογος αναφορικά με την αναπροσαρμογή του Ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου για τα θέματα βιωσιμότητας και κλιματικής αλλαγής και ειδικότερα αναφορικά με τις Οδηγίες CSRD, CSDDD, CBAM και κάποιες ακόμα. Ειδικότερα, πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσε ένα νέο σχέδιο δέσμης μέτρων μέσω των οποίων αποσκοπεί στην απλοποίηση των απαιτήσεων της CSRD και άλλων Οδηγιών. Ωστόσο, μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων στην Ευρώπη είχαν ούτως ή άλλως προχωρήσει εθελοντικά, πριν την έλευση της υποχρεωτικότητας λόγω του κανονιστικού πλαισίου, σε σταδιακή ενσωμάτωση της βιωσιμότητας στις επιχειρηματικές τους στρατηγικές αλλά και στη δημοσιοποίηση των επιδόσεών τους μέσω σχετικών Εκθέσεων Βιωσιμότητας.

Συνεπώς, το κανονιστικό πλαίσιο αποτελεί μεν μια σημαντική παράμετρο για τα θέματα βιωσιμότητας, ωστόσο σημαντική μερίδα εταιρειών ηγείται προς αυτή την κατεύθυνση έχοντας λάβει μέτρα αρκετά χρόνια πριν ισχύσει το κανονιστικό πλαίσιο. Εξάλλου, ανεξάρτητα από τις πρόσφατες εξελίξεις και τη βραχυπρόθεσμη μεταβολή της ατζέντας αλλά και του κανονιστικού πλαισίου στην Ευρώπη και σε άλλες ηπείρους, η αναγκαιότητα για την προστασία του περιβάλλοντος, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και γενικότερα των προκλήσεων βιωσιμότητας είναι δεδομένη, και αναπόφευκτα η λήψη μέτρων θα ενταθεί το επόμενο διάστημα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Υπάρχουν επαρκή πρότυπα που να καλύπτουν και την ανάγκη προετοιμασίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, δεδομένου ότι όλες αυτές οι υποχρεώσεις που συζητάμε θα γενικευθούν σταδιακά και θα αφορούν το σύνολο της αγοράς και όχι μόνο τις εισηγμένες εταιρείες;

Το πεδίο των προτύπων βιωσιμότητας τα τελευταία χρόνια είναι ταχύτατα μεταβαλλόμενο, με νέα πρότυπα και πλαίσια να αναδύονται συνεχώς, ενώ παράλληλα παρατηρείται μια τάση ευθυγράμμισης αυτών των προτύπων, η οποία αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω το επόμενο διάστημα. Αν και η πλειοψηφία των πλέον αναγνωρισμένων διεθνών προτύπων απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις, ωστόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση πρόσφατα ανέπτυξε εθελοντικό πρότυπο εκθέσεων βιωσιμότητας για τις μη εισηγμένες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (VSME), προκειμένου να διευκολύνει την κατάρτιση εκθέσεων βιωσιμότητας από τις επιχειρήσεις αυτής της κατηγορίας. Παράλληλα, υπάρχουν και άλλα πρότυπα, πλαίσια και σχήματα που μπορούν σε κάποιο βαθμό να εξυπηρετήσουν αυτόν τον σκοπό.

Σε τι βαθμό αυτές οι υποχρεώσεις αγγίζουν και οργανισμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης ώστε να συντονίζονται οι στόχοι και με την ανθεκτικότητα των τοπικών κοινωνιών;

Το πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών που αναφέραμε αφορά στις επιχειρήσεις, ωστόσο υπάρχουν κάποιες υποχρεώσεις και για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης στη χώρα μας αναφορικά με τη λήψη μέτρων και τη δημοσιοποίηση στοιχείων σχετικά με τη βιωσιμότητα και ειδικότερα τη διαχείριση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.