Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

      Το εργασιακό στρες, το άγχος και η συναισθηματική κόπωση δεν αποτελούν μεμονωμένα φαινόμενα αλλά καθημερινή εργασιακή πραγματικότητα, σε μια εποχή που η ευεξία των εργαζομένων εξελίσσεται σε έναν από τους πιο κρίσιμους δείκτες βιωσιμότητας και διακράτησης ταλέντου ενός οργανισμού.

      Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Cognitive Behavioral Coaching (CBC) αναδει­κνύεται ως μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και πρακτι­κή προσέγγιση. Πρόκειται για μια δομημένη μορφή Coaching, βασισμένη στις αρχές της Γνωσιακής-Συμπεριφοριστικής προσέγγισης, η οποία έχει προσαρμοστεί ώστε να απευ­θύνεται σε μη κλινικούς πληθυσμούς και σε επαγγελματικά πλαίσια. Στόχος του CBC δεν είναι η θεραπεία, αλλά η ενίσχυση της λειτουργικότητας, της ανθεκτικότητας, της επίτευξης στόχων και της ευρύτερης απόδο­σης στον χώρο εργασίας όλων των στελεχών που συμμετέχουν σε αυτό.

      Στην πράξη, το CBC βοηθά τους εργαζό­μενους να κατανοήσουν πώς οι σκέψεις τους επηρεάζουν τα συναισθήματα και τη συμπε­ριφορά τους στην καθημερινότητα της εργα­σίας τους. Μέσα από στοχευμένες ερωτήσεις και δομημένο διάλογο, οι συμμετέχοντες μα­θαίνουν να αναγνωρίζουν δυσλειτουργικά μοτίβα σκέψης, όπως υπερβολικές απαιτή­σεις από τον εαυτό τους ή καταστροφικές προβλέψεις, και να τα αντικαθιστούν με πιο ρεαλιστικές και λειτουργικές ερμηνείες. Αυτή η αλλαγή στον τρόπο σκέψης συνοδεύεται πάντα από συγκεκριμένες δράσεις, ώστε η νέα οπτική να μεταφράζεται σε καθημερινή συμπεριφορά.


      ΤΑ ΟΦΕΛΗ

      Για τα τμήματα HR, η αξία του CBC έγκειται στο ότι γεφυρώνει την ανάγκη για ανάπτυξη και απόδοση με την ανάγκη του εργαζόμενου για πρακτική υποστήριξη στο πώς. Δεν πρόκειται για μια γενική συζήτηση «εξέλιξης», αλλά για μια δομημένη παρέμ­βαση με σαφή στόχο, αρχή, μέση και τέλος. Παρότι τα προγράμματα CBC διαφέρουν ως προς τη διάρκεια και τον τρόπο υλοποίησης, η βιβλιογραφία δείχνει ότι υπάρχει ένας κοι­νός πυρήνας: στοχοκατεύθυνση, γνωσιακή αναδόμηση, συμπεριφορική ενεργοποίηση και έμφαση στην αυτογνωσία και την αυ­τορρύθμιση.

      Σε περιόδους οργανωσιακής αλλαγής, όπως αναδιοργανώσεις και αλλαγές ρόλων, το CBC λειτουργεί ως εργαλείο ενίσχυσης της ανθεκτικότητας. Αντί οι εργαζόμενοι να εγκλωβίζονται σε σκέψεις απειλής και αβε­βαιότητας, ενθαρρύνονται να διαχωρίζουν τα γεγονότα από τις ερμηνείες τους και να εστιάζουν σε μικρούς και εφικτούς στόχους που τους επαναφέρουν στη μεγάλη εικόνα του σκοπού τους, αυξάνοντας παράλληλα την αίσθηση σταθερότητας στο εσωτερικό τους.

      Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η χρήση του CBC στην ηγεσία. Managers που συμμε­τέχουν σε προγράμματα CBC συχνά ανακα­λύπτουν ότι λειτουργούν με πιο άκαμπτες πεποιθήσεις, όπως ότι «ένας καλός ηγέτης πρέπει να έχει όλες τις απαντήσεις». Μέσα από το CBC, δοκιμάζουν να ανοιχτούν σε νέες προοπτικές, καλλιεργώντας μεταξύ άλλων την ικανότητα για ευαλωτότητα, κα­θώς και σε νέες συμπεριφορές, αναθέτοντας περισσότερο και ελέγχοντας λιγότερο, ακού­γοντας ενεργητικά και παρέχοντας ανοιχτό feedback. Αυτό συχνά οδηγεί σε μεγαλύτερη αυτογνωσία, πιο αυθεντικό και υποστηρικτι­κό στυλ ηγεσίας.

      Για να έχει στρατηγική αξία, το CBC χρει­άζεται να συνδεθεί με μετρήσιμους δείκτες. Η πρακτική εμπειρία δείχνει ότι δείκτες όπως η μείωση του στρες, η ενίσχυση της αν­θεκτικότητας και η επίτευξη στόχων, δείκτες οι οποίοι δύναται να μετρηθούν τόσο ποσο­τικά μέσα από συγκεκριμένα ερωτηματολό­για όσο και ποιοτικά, μέσα από παρατήρηση συμπεριφορών, μπορούν να λειτουργήσουν ως πρώιμα σημάδια αλλαγής, τα οποία στη συνέχεια συνδέονται με οργανωσιακά αποτε­λέσματα όπως η δέσμευση, η μη απουσία από την εργασία και η διακράτηση προσωπικού.

      Σε επίπεδο διοίκησης, το CBC μπορεί να αποτελέσει έναν ουσιαστικό μοχλό βιώσιμης απόδοσης, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρ­μόζεται με σαφή όρια ανάμεσα στο coaching και τη θεραπεία, με σεβασμό στην εμπιστευ­τικότητα και με επένδυση στην κατάρτιση των coaches.

      Ρόζα Αλχανάτη

      Senior Leadership Trainer

      KPMG στην Ελλάδα